Βρίσκεστε εδώ : Α' Περίοδος 11ος αιώνας - 1204 Σατιρική ποίηση

Σατιρική ποίηση

Πτωχοπροδρομικά

Είναι μια σειρά τεσσάρων σατιρικών ποιημάτων, τα οποία αποδίδονται στο βυζαντινό ποιητή και συγγραφέα Θεόδωρο Πρόδρομο (αν και υπάρχουν αρκετές επιφυλάξεις για το θέμα αυτό). Γράφτηκαν σε έντονη δημώδη γλώσσα γύρω στα μισά του 12ου αιώνα και έχουν ως αντικείμενο τη φτώχεια των ανθρώπων των γραμμάτων και ως βασικό τους θέμα την αίτηση χρηματικής βοήθειας από τον αυτοκράτορα Ιωάννη, το γιο του Μανουήλ Κομνηνό ή τα άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας.

Ο «Πτωχοπρόδρομος», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, αναλαμβάνει σε κάθε ένα από τα ποιήματα διαφορετικό ρόλο. Άλλοτε εμφανίζεται ως λόγιος, άλλοτε ως καλόγερος, ως αποτυχημένος και ανάξιος οικογενειάρχης.

  1. Στο πρώτο ποίημα ο αφηγητής, ένας φτωχός λόγιος, ζητά οικονομική ενίσχυση από τον αυτοκράτορα, για να γλιτώσει από την γκρίνια της γυναίκας του και τις ταπεινώσεις στις οποίες τον υποβάλλει.
  2. Στο δεύτερο, αναφέρεται στις δυσκολίες του να θρέψει τα πολλά παιδιά του και τους συγγενείς που εξαρτώνται από αυτόν και ζητάει την ελεημοσύνη του βασιλιά.
  3. Στο τρίτο, ο αφηγητής, ένας φτωχός μοναχός, παραπονιέται για την κακομεταχείριση και την πείνα που υφίσταται στο μοναστήρι, σε αντίθεση με τους ηγεμόνες που  ζουν με πολυτέλεια.
  4. Στο τέταρτο ποίημα, ο συγγραφέας, που είναι φτωχός λόγιος, αναθεματίζει τις συμβουλές του πατέρα του να μορφωθεί, ώστε να γίνει πλούσιος, και συγκρίνει τη συνεχή του πείνα με τη χορτάτη ζωή που κάνουν οι χειρώνακτες γείτονές του και άλλοι μεροκαματιάρηδες που ασχολούνται με ταπεινά επαγγέλματα.

Χαρακτηριστικό απόσπασμα από το 4ο ποίημα (σ. 119-120,124) είναι το εξής:

 

Από μικρού με έλεγεν ο γέρων ο πατήρ μου

 τέκνον μου, μάθε γράμματα, κι ωσάν εσέναν έχει*

 βλέπεις το δείνα, τέκνον μου, πεζός περιεπάτει,

 και τώρα εν διπλοεντέληνος και παχυμουλαράτος*.

 [. . .] 


Αυτός μικρός ουδέν είδεν* το του λοετρού* κατώφλιν,

 και τώρα λουτρακίζεται* τρίτον την εβδομάδαν·

 ο κόλπος του εβουρβούρυζεν* φθείρας αμυγδαλάτας*,

 και τώρα τα νομίσματα γέμει τα μανοηλάτα·* [. . .] 


Αφού δεν γέγονα καγώ γραμματικός τεχνίτης,

 επιθυμώ και το ψωμίν και του ψωμιού τη μάναν,

 και διά την πείναν την πολλήν και την στενοχωρίαν,

 υβρίζω τα γραμματικά, λέγω μετά δακρύων:

 ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, και οπού τα θέλει*,

 ανάθεμαν και τον καιρόν και εκείνην την ημέραν,

 καθ' ην με παρεδώκασιν εις το διδασκαλείον.

[ο αφηγητής συγκρίνει τη δική του ζωή με του τσαγκάρη γείτονά του] 

 

Αφού δε φάγουν το εκζεστόν, εκτότε το σκορδάτον,

 ανάθεμά με, βασιλεύ, όταν στραφώ και ιδώ τον,

 το πώς ανακομβώνεται κατά της μαγειρίας,

 και εγώ υπηγαίνω και έρχομαι πόδας μετρών των στίχων.

 Αυτός κοτσώνει το γλυκύν εις το τρανόν μουχρούτιν,

 κι εγώ ζητώ τον ίαμβον, γυρεύω τον σπονδείον,

 γυρεύω τον πυρρίχιον και τα λοιπά τα μέτρα.

 Αλλά τα μέτρα πού ωφελούν την άμετρόν μου πείναν;

 Πότε γαρ εκ τον ίαμβον να φάγω, κοσμοκράτορ,

 ή πώς εκ τον πυρρίχιον ποτέ μου να χορτάσω; 

 

*ωσάν εσέναν έχει: ποιος τη χάρη σου!

*διπλοεντέληνος και παχυμουλαράτος: που καβαλάει παχύ μουλάρι με σέλλα, που έχει διπλές αντελήνες (στηθιστήρες)

*ουδέν είδεν: δεν είδε

*λοετρό: λουτρό

*λουτρακίζεται: κάνει λουτρό

*βουρβουρύζω: βουίζω

*φθείρες αμυγδαλάτες: ψείρες μεγάλες σαν αμύγδαλα

*μανοηλάτα: νομίσματα με την εικόνα του Μανουήλ Α' Κομνηνού

*οπού τα θέλει: όποιον τα θέλει

Πηγή: [14]